WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| rhyme n | ([sth] that rhymes) | ρίμα, ομοιοκαταληξία ουσ θηλ |
| | In English poetry, writers often use rhymes, or words whose sounds correspond to each other, at the end of lines. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η ομοιοκαταληξία χρησιμοποιείται συχνά στην ποίηση. |
| rhyme n | (rhyming poem) | ρίμα ουσ θηλ |
| | (καθομ: με ομοιοκαταληξία) | ποιηματάκι, στιχάκι ουσ ουδ |
| | Adam recited a rhyme he had learned. |
| | Ό Άνταμ απήγγειλε ένα ποιηματάκι (or: στιχάκι) που είχε μάθει. |
| rhyme⇒ vi | (words) (με κάτι) | κάνω ρίμα, κάνω ομοιοκαταληξία περίφρ |
| | | ομοιοκαταληκτώ ρ αμ |
| | In English, clock rhymes with sock. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η λέξη γάτα κάνει ομοιοκαταληξία με τη λέξη τράτα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| rhyme vi | (compose rhymes) | φτιάχνω ρίμες περίφρ |
| | | γράφω ποιηματάκια, γράφω στιχάκια περίφρ |
| | The poet spent his days wandering the meadows and rhyming. |
| rhyme vtr | (use as a rhyme) | ριμάρω ρ μ |
| | | φτιάχνω ομοιοκαταληξία περίφρ |
| | The lyricist rhymed cat with mat. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: